Δημοφιλείς αναρτήσεις

Παρασκευή, 29 Μαΐου 2009

29 Μαϊου 1453! Όσο κι αν η καθημερινότητα με συνεπαίρνει (!!!) την σημερινή μέρα δεν πρέπει να την ξεχάσουμε ποτέ. Ο Ελληνισμός χάθηκε. Χάθηκε με την βοήθεια "καλών και κακών". Τώρα πια, μετά από τόσα χρόνια τα παιδιά μας δυσκολεύονται να καταλάβουν τους καλούς και τους κακούς, όμως εμείς ένα πρέπει να κάνουμε: Δεν πρέπει άλλο να αφήνουμε την εκκλησία να φτιάχνει την ιστορία μας.
Κωνσταντίνος Παλαιολόγος.
Αλωση της Πόλης.
Μερικά αποσπάματα:
Όταν ο Κωνσταντίνος στέφθηκε αυτοκράτορας στον Μυστρά ήταν 45 ετών, η στέψη του δεν είχε την αρμόζουσα μεγαλοπρέπεια, δεν τελέστηκε από Πατριάρχη και ήταν η πρώτη στέψη αυτοκράτορα που δεν έγινε στην Κωνσταντινούπολη, με εξαίρεση τα χρόνια που η Βασιλεύουσα βρισκόταν υπό την κατοχή των Φράγκων.
Ωστόσο δεν υπήρξε η παραμικρή αμφιβολία σχετικά με τη νομιμότητα της τελετής στον Μυστρά ούτε κανένας ποτέ αμφισβήτησε την εξουσία του Κωνσταντίνου κατά τη σύντομη και τραγική διακυβέρνηση της συρρικνωμένης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Μάλλον ψηλός, λεπτός, μελαψός και με τα έντονα τα χαρακτηριστικά της οικογενείας των Παλαιολόγων, ο Κωνσταντίνος δεν είχε ιδιαίτερα ενδιαφέροντα για τη λογιοσύνη, τη φιλοσοφία ή τη θεολογία, παρ' όλο που στον Μυστρά ήταν φίλος του διάσημου λογίου και φιλοσόφου Γεωργίου Γεμιστού Πλήθωνος. Ήταν όμως καλός στρατιωτικός και δίκαιος κυβερνήτης και, το κυριότερο, ήταν έντιμος, ηθικός και ενέπνεε θαυμασμό και αγάπη στους υπηκόους του.
H μοίρα του ήταν, να «γράψει με το αίμα του», τον επίλογο της χιλιετούς Βυζαντινής ιστορίας που οδήγησε τον Ελληνισμό σε μια νέα τραγωδία διάρκειας 500 χρόνων υπό τον Οθωμανικό ζυγό... Από το Βυζάντιο συνεπώς, ισχυρός αλλά μέσα από τις δυσάρεστες ιστορικές συγκυρίες, αναδύθηκε ο «Νέος Ελληνισμός».
Και κατά την παράδοση:
«Όταν ήρθε η ώρα να τουρκέψει η πόλη και μπήκαν οι Τούρκοι, έτρεξε ο βασιλιάς μας καβάλα στ' άλογό του να τους εμποδίσει. Ήταν πλήθος αρίφνητο η Τουρκιά, χιλιάδες τον έβαλαν στη μέση, κι εκείνος χτυπούσε κι έκοβε αδιάκοπα με το σπαθί του. Τότε σκοτώθη τ' άλογό του κι έπεσε κι αυτός. Κι εκεί που ένας Αράπης σήκωσε το σπαθί του να χτυπήσει το βασιλιά, ήρθε άγγελος Κυρίου και τον άρπαξε και τον πήγε σε μια σπηλιά βαθιά στη γη κάτω, κοντά στη Χρυσόπορτα.
Εκεί μένει μαρμαρωμένος ο βασιλιάς και καρτερεί την ώρα να' ρθει πάλι ο άγγελος να τον σηκώσει. Οι Τούρκοι το ξέρουν αυτό, μα δεν μπορούν να βρουν τη σπηλιά που είναι ο βασιλιάς, γι' αυτό έχτισαν την πόρτα που ξέρουν πώς απ' αυτή θα έμπει ο βασιλιάς για να τους πάρει πίσω την πόλη. Μα όταν είναι θέλημα του Θεού, θα κατεβεί ο άγγελος στη σπηλιά και θα τον ξεμαρμαρώσει και θα του δώσει στο χέρι πάλι το σπαθί που είχε στη μάχη. Και θα σηκωθεί ο βασιλιάς και θα μπει στην Πόλη από τη Χρυσόπορτα και κυνηγώντας με τα φουσάτα του τους Τούρκους, θα τους διώξει ως τη Κόκκινη Μηλιά.
Και θα γίνει μεγάλος σκοτωμός που θα κολυμπήσει το μουσκάρι στο αίμα…», γράφει ο Νικόλαος Πολίτης στις «Παραδόσεις» σελ. 101-102.

και για μετά την Άλωση:

Μόλις έπεσε η Πόλη, ο αμιράς μπήκε μέσα και ευθύς, με κάθε σπουδή, ζητούσε το βασιλέα· και δεν είχε τίποτε άλλο στο νου του παρά να μάθει αν ζει ή πέθανε. Μερικοί ήρθαν και είπαν πως έφυγε, ενώ άλλοι έλεγαν πως είναι κρυμμένος στην Πόλη, και άλλοι πως πέθανε μαχόμενος. Θέλοντας να βεβαιωθεί σίγουρα, έστειλε εκεί που ήταν τα πτώματα των σκοτωμένων σωρηδόν, Χριστιανών και Αγαρηνών. Πολλά κεφάλια των σκοτωμένων τα έπλυναν, μήπως και γνωρίσουν το βασιλικό. Και δεν μπόρεσαν να το γνωρίσουν, αλλά βρήκαν το πτώμα του βασιλέως, που το γνώρισαν από τις βασιλικές περικνημίδες και τα σανδάλια που είχαν κεντημένους τους χρυσούς αετούς, όπως συνηθιζόταν για τους βασιλείς. Το ‘μαθε ο αμιράς και ευφράνθηκε· και ήταν περιχαρής. Με προσταγή του οι παρευρισκόμενοι εκεί χριστιανοί έθαψαν το βασιλικό σώμα με τιμές βασιλικές. Αλίμονο στην τύχη μου, που με γλίτωσε τούτη την εποχή! Όλη η ζωή τού αείμνηστου αυτοκράτορα και μεγαλομάρτυρα ήταν σαράντα εννέα χρόνια, τρεις μήνες και είκοσι ημέρες.

Ο αμιράς, επηρμένος για τη μεγάλη νίκη, και γεμάτος κενοδοξία, φάνηκε ωμός και ανελέητος. Ήρθε σ’ αυτόν ο μέγας δουξ Λουκάς ο Νοταράς, τον προσκύνησε και του έδειξε ένα μεγάλο θησαυρό που είχε κρυμμένο, λίθους πολύτιμους και μαργαριτάρια, και άλλα λάφυρα αντάξια βασιλέων, που όταν τα είδαν ο αμιράς και όλοι οι σύμβουλοί του θαύμασαν. Ο Νοταράς είπε στον αμιρά: «όλα αυτά τα φύλαγα για τη Μεγαλειότητά σου και να, τώρα στα κάνω δώρο. Σε παρακαλώ μόνο δέξου την παράκληση του δούλου σου». Είχε την ελπίδα ότι μ’ αυτά θα κέρδιζε την ελευθερία του, αυτός και η οικογένειά του. Ο αμιράς του απάντησε λέγοντας: «Ω παλιόσκυλο, απάνθρωπε μηχανορράφε και παμπόνηρε, είχες τόσο πλούτο και δεν βοήθησες το βασιλέα και αφέντη σου, και την Πόλη την πατρίδα σου; Και τώρα με πονηριές και πανουργίες που ξέρεις από τα νιάτα σου θέλεις να με τουμπάρεις και μένα και να γλιτώσεις την τιμωρία που σου αξίζει; Πες μου, ασεβέστατε, ποιος μου χαρίζει τον πλούτο σου και την Πόλη αυτή;» Του λέει τότε ο Νοταράς: «Ο Θεός». Κι ο αμιράς του απαντά: «Αφού ο Θεός μού τα χαρίζει αυτά, και σένα και τους άλλους όλους τους έκανε δούλους μου, τι λες λοιπόν και φλυαρείς, πονηρέ; Γιατί δεν μου τα ‘στελνες πριν καταπιαστώ με τον πόλεμο εναντίον σας ή πριν νικήσω την Πόλη, για να σου χρωστώ χάρη και ανταμοιβή; Τώρα δεν είσαι συ που μου τα χάρισες αυτά, αλλά ο Θεός». Και διέταξε αμέσως τους δήμιους να τον βάλουν φυλακή και να τον φρουρούν αυστηρά. Την επαύριο έδωσε προσταγή και τον ξανάφεραν μπροστά του. Του λέει: «Αφού δεν θέλησες να βοηθήσεις το βασιλέα και την πατρίδα σου με τόσο αναρίθμητο θησαυρό που είχες, γιατί τότε όταν του έστειλα μήνυμα δεν συμβούλεψες το βασιλέα να μου δώσει ειρηνικά και φιλικά την Πόλη, και εγώ να του δώσω αντί γι’ αυτήν άλλον τόπο, με αγάπη και φιλία, για να μη γίνουν τόσοι σκοτωμοί ανάμεσά μας;». Αυτός του αποκρίνεται: «Εγώ δε φταίω γι’ αυτή την υπόθεση, αλλά οι Ενετοί και οι κάτοικοι του Γαλατά, που έταζαν στο βασιλέα ότι Θα του στείλουν στόλο και στρατό να τον βοηθήσουν». Κι’ ο αμιράς του λέει: «Πολλά ψεύτικα εφευρήματα ξέρεις, αλλά τώρα δεν υπάρχει ψεύδος που να σε βοηθήσει». Και διέταξε την άλλη μέρα στην αγορά του Ξηρού λόφου να θανατώσουν πρώτα τα δύο παιδιά του μπροστά του (που κάποτε ζητούσε από τον αυτοκράτορα να τιμήσει τον έναν με το αξίωμα του μεγάλου κοντόσταβλου και τον άλλο με του μεγάλου λογοθέτη), και κατόπιν να θανατώσουν και αυτόν τον ίδιο· όπως και έγινε. Έτσι τελείωσε η υπόθεση του Λουκά Νοταρά. Κατόπιν έδωσε προσταγή και θανάτωσαν πολλούς ευγενείς άρχοντες, τον εκπρόσωπο των Ενετών και το γιο του, τον απεσταλμένο της Καταλανίας και τους δύο γιους του. Κατόπιν θέλησε να θανατώσει και τον Κονταρίνη και άλλους δύο Ενετούς ευγενείς, αλλά αυτοί έδωσαν χρήματα και επικαλέστηκαν το Σογάν— πασά, και έτσι γλίτωσαν τη ζωή τους. Έστειλε ανθρώπους στο Γαλατά, έπιασε πολλούς και τους θανάτωσε, και όλες σι υποσχέσεις που τους είχε δώσει δεν ίσχυσαν, αλλά όρισε να είναι κι αυτοί υποτελείς. Τον Αλή-πασά έστειλε και τον περιόρισε σ’ έναν πύργο, και σε λίγες μέρες τον θανάτωσε κι αυτόν για την αιτία που εκθέσαμε, επειδή δηλαδή του έλεγε να μην επιτεθεί εναντίον της Πόλης, για να μην ενωθούν οι αφέντες των χριστιανών της Δύσης και διώξουν τους Τούρκος από την Ευρώπη και τα υπόλοιπα, όπως τα ‘γραψα ήδη. Ο θάνατος του Αλή-πασά σκόρπισε απέραντη λύπη σ’ όλο το στρατό του αμιρά, γιατί όλοι τον αγαπούσαν και τον θεωρούσαν άριστο σύμβουλο του αμιρά.


μοιρολογούν οι εκκλησιές και κλαιν τα μοναστήρια;;;;;; Ας αναζητήσουν την προδοσία τότε.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου